1521. eisagó
Thayer's Greek Lexicon
STRONGS NT 1521: εἰσάγω

εἰσάγω: 2 aorist εἰσήγαγον; (present passive ἐισάγομαι); (from Homer down); the Sept. chiefly for הֵבִיא;

1. to lead in: τινα followed by εἰς with the accusative of place, Luke 22:54 (Tr marginal reading brackets); Acts 9:8; Acts 21:28, 29, 37; Acts 22:24 (for Rec. ἄγεσθαι); ὧδε Luke 14:21; the place into which not being expressly noted: John 18:16 (namely, εἰς τήν αὐλήν); Hebrews 1:6 ὅταν ... εἰσαγάγῃ, λέγει, God, having in view the time when he shall have again brought in the firstborn into the world (i. e., at the time of the παρουσία) says etc.

2. to bring in, the place into which not being expressly stated: Acts 7:45 (namely, εἰς τήν γῆν); Luke 2:27 (namely, εἰς τό ἱερόν). (Compare: παρεισάγω.)

Forms and Transliterations
εισαγαγε εισάγαγε εἰσάγαγε εισαγαγειν εισαγαγείν εἰσαγαγεῖν εισαγάγετε εισαγάγετέ εισαγαγη εισαγάγη εισάγαγη εἰσαγάγῃ εισαγάγης εισαγάγητε εισαγαγών είσαγε εισάγει εισαγεσθαι εισάγεσθαι εἰσάγεσθαι εισαγόμεθα εισαγομένοις εισάγω εισάγων εισάκουων εισάξει εισάξεις εισάξετε εισάξουσιν εισάξω εισαχθέντας εισήγαγε εισήγαγέ εισηγαγεν εισήγαγεν εἰσήγαγεν εισήγαγες εισήγαγετε εισηγαγον εισήγαγον εἰσήγαγον εισηνέχθη εισήχθη εισήχθησαν eisagage eisagagē eiságage eisagágei eisagágēi eisagagein eisagageîn eisagesthai eiságesthai eisegagen eisēgagen eisḗgagen eisegagon eisēgagon eisḗgagon
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
1520
Top of Page
Top of Page